Σίσυφος 1.76m και 70Kg

είναι ευτυχισμένος
είπε ναι κάποτε και τώρα κοπιάζει ασταμάτητα

χωρίς όφελος και ελπίδα

μετά τη πτώση του μήλου στο κεφάλι του Νεύτωνα (του ίδιου μήλου που δάγκωσε ο Αδάμ και η Εύα) λύθηκαν όλα τα μυστήρια – φταίει η βαρύτητα

αργότερα βρέθηκαν και άλλες αιτίες (οι θερμοδυναμικοί νόμοι και αυτή η εντροπία)

τα δράματα έχουν παιχτεί όλα, οι τραγωδίες και αυτές – απόμεινε η μπεκετική επανάληψη και οι συμβουλές του Heiner Müller

πρέπει να μάθουμε να ζούμε χωρίς χαρά, αλλά και χωρίς απελπισία

Γιάννης Σταματίου

Γιάννης Σταματίου ROOMS 2012

Ο Σίσυφος και η ευτυχία
Η performative δουλειά του Γιάννη Σταματίου έχει ως αφετηρία το μυθικό Σίσυφο. Διαπραγματεύεται την τραγικότητά του αδιεξόδου του και σχολιάζει την πολυσημία του. Με βασικό άξονα δράσης την επανάληψη, σε μια πρώτη ανάγνωση πρωταγωνιστεί η ατελέσφορη εργασία, η αφόρητη αστική μοναξιά, η αγωνία της έκφρασης ενός προσωπικού λόγου και η εκλιπούσα ελπίδα. Όλα αυτά οδηγούν τελικά στην υποβολή μιας ματαιότητας που καθιστά τραγικό τον ήρωα μέσα από τη συνειδητοποίηση της πεπερασμένης μοίρας του. Σε ένα δεύτερο επίπεδο η επαναληπτική αυτή δράση παραπέμπει στους ανυπέρβλητους νόμους της φύσης- όπως εξάλλου είναι και αυτή η βαρύτητα που τραβάει το βράχο του Σίσυφου κάτω- , σε μια διαρκώς επικρατούσα αταξία και στην, επιστημονικά συνεπαγόμενη εξ’ αυτής, μη αναστρέψιμη αποστράγγιση της ενέργειας. Άρα σε ένα τέλος – πνευματικό, επικοινωνιακό ή κοσμικό-, η επίγνωση του οποίου καθιστά μοιραία την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη. Η άφεση όμως, λόγω της αδρανούς αποδοχής του πεπρωμένου, αποτελεί την παγίδα του μοιραίου, θέτοντας μέσα στις τρέχουσες πολιτικοοικονομικές συνθήκες – όπου η ματαιότητα έχει αυτοθεσμοποιηθεί – ένα καίριο και ουσιαστικά οντολογικό ερώτημα:

Πρέπει τελικά- όπως αφορίζει ο Καμύ- να θεωρήσουμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο;

(κείμενο που δημοσιεύτηκε στον κατάλογο της έκθεσης Rooms 2012 που διοργανώθηκε από την γκαλερί Kappatos στο ξενοδοχείο Lycabetus τον Ιανουάριο του 2012)

Η performance έλαβε χώρα στα εγκαίνια 26/1/2012. Η έκθεση διαρκεί μέχρι τις 12/2/2012

Τα βιβλία του Χούλιο

Μ΄αρέσει να διαβάζω πολλά βιβλία ταυτόχρονα για μεγάλες χρονικές περιόδους. Τα χωρίζω σε περιστάσεις χρονικές ή χωρικές. Έτσι υπάρχει πάντα ένα βιβλίο δίπλα στο κρεβάτι για πριν κοιμηθώ -επιβεβλημένο από κάποιον ψυχαναγκασμό μου, λογοτεχνικό συνήθως αλλά με εξαιρέσεις-, άλλο – ελαφρύ απαραιτήτως σε βάρος- για τις ατελείωτες ώρες στα μέσα μαζικής συγκοινωνίας ή αναμονής ραντεβού σε καφέ, το βιβλίο του σαββατοκύριακου- συνήθως φιλοσοφία ή πολιτική για απενοχοποίηση-, των σύντομων διακοπών-διηγήματα ή μικρά δοκίμια-, των καλοκαιρινών διακοπών- μεγάλα βιβλία- κτλ. Καμιά φορά εναλλάσσονται οι θέσεις τους, η ανάγνωσή τους διακόπτεται για να αντικατασταθεί με κάποιο άλλο, «έκτακτο», άλλοτε αναβάλλεται και/ή, σπάνια πια, ματαιώνεται πλήρως. Υπάρχουν φορές που νέες εκδόσεις μου προκαλούν τέτοιο διακαή πόθο άμεσης πρόσβασης που κάποιο από τα τρέχοντα αναγνώσματα παίρνει παράταση και πέφτω με τα μούτρα στο καινούριο. Υπήρξαν πολύ ετερόκλητα βιβλία που με τράβηξαν τόσο πολύ ώστε να μονοπωλήσουν όλες τις δυνατές ώρες ανάγνωσης της ημέρας- όπως όλο το Έπος της γαιοθάλασσας της Ούρσουλα Λε Γκεν, τα πρώτα βιβλία του Παύλου Μάτεσι, το Middlesex του Ευγενίδη, Η Βουή και η μανία του Φώκνερ ή Το Μανιφέστο της ήττας της Δημητρακάκη- κι άλλα που κρατούν μήνες μέχρι και χρόνια, όχι επειδή δεν μου αρέσουν αλλά μάλλον λόγω της απαίτησης μια ιδιαίτερης συγκέντρωσης που επιτυγχάνεται μόνο υπό ειδικές συνθήκες. Τέτοιες περιπτώσεις ήταν το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας του Πύντσον, οι Δαιμονισμένοι του Ντοστογιέφσκι, πιο πρόσφατα το House of leaves του Danielefski και άλλα πολλά. Βεβαίως υπάρχουν και βιβλία που απλώς δεν μου πάνε. Παρόλα αυτά πασχίζω μέχρι τελικής πτώσης να τα φτάνω μέχρι τέλος… Προς το παρόν ας πούμε παλεύω με το Atonement. Αναλόγως ένιωθα και με τον Ένας αργός άνθρωπος του Κούτσι όσο κι αν μου είχαν αρέσει πάρα πολύ τόσο το Ελίζμπεθ Κοστέλο όσο και το Ημερολόγιο μιας κακιάς χρονιάς του ίδιου.
Λίγες φορές πάντως έχω αφήσει βιβλία αποφασισμένη ότι δεν θέλω ποτέ ξανά να τα ξαναπιάσω στα χέρια μου. Μια ο Μπουραντάς (αυτό που αυτός ξέχασε μια λέξη και εγώ αισίως όσες λέξεις του πρόλαβα και διάβασα) και μια- δυο η Βαμβουνάκη (που θέλησα να δώσω και δεύτερη ευκαιρία αλλά δεν υπήρξε συγκατάβαση).
Άπειρες φορές πάντως έχω ξεκινήσει βιβλία και τα έχω αφήσει ξέροντας- ή θέλοντας να ξέρω- κάπου βαθιά μέσα μου ότι «όταν θα έρθει η ώρα» θα τα τελειώσω. Τον Οδυσσέα του Τζόυς ας πούμε (too typical), το Μπουβάρ και Πεκισέ του Φλωμπέρ (too entropical) και το Μέισον και Ντύξον του Πύντσον. Σε αυτή τη συνομοταξία ανήκουν και τα βιβλία που είναι στο ψυχαναγκαστικό μου πρόγραμμα να διαβάσω κάποτε, αλλά για διάφορους λόγους αναβάλλω με τη δικαιολογία ότι επίσης θα έρθει η στιγμή τους. Τέτοια είναι το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο (σαφώς και υπάρχει θέμα χρόνου γι’ αυτό τόσο που είναι) του Προυστ, ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες και κάποια βιβλία του Σαραμάγκου.
Επίσης υπάρχουν βιβλία που τα ξαναδιαβάζω άνετα μια και δυο – και παραπάνω- φορές όταν θέλω κάτι πολύ συγκεκριμένο, όπως τα διηγήματα του Μπόρχες- πέρα από ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης κάθε φορά που τα διαβάζεις μοιάζουν με κάτι καινούριο – άπαντα του Όσκαρ Ουάιλτν –τόσο πνεύμα σου οξυγονώνει τον εγκέφαλο- ή κάποια βιβλία του Χρηστίδη και του Χόρνμπι γιατί με κάνουν και γελάω πολύ.
Τέλος υπάρχει πάντα και το βιβλίο που στοιχειώνει. Που ό,τι άλλο κι αν διαβάσεις στο ενδιάμεσο – ενδεχομένως εξαναγκαστικά και μόνο για να μην απορροφηθείς εντελώς στο συγκεκριμένο αφηγηματικό του κόσμο- μόνο αυτό θα επικρατεί στην άκρη του μυαλού όλη τη μέρα και – κυρίως- για πολύ καιρό αφού το έχεις διαβάσει. Σε αυτές τις περιπτώσεις κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης είναι χαρακτηριστικό το άγχος του τι θα κάνω μετά, αφού θα το έχω διαβάσει, δηλαδή, ο φόβος του ότι τίποτα άλλο δεν θα έχει μετά νόημα. Είναι μια συγκλονιστική και τελικώς πολύ προσωπική εμπειρία που αποζημιώνει τον αναγνώστη για μια πολύχρονη ψυχική επένδυση στις τέχνες του λόγο.
Δυο φορές στην αναγνωστική ζωή μου το έχω ζήσει αυτό. Και τις δυο από τον ίδιο συγγραφέα. Η μια φορά ήταν το Κουτσό.

Το βιβλίο του Μανουέλ του Κορτάσαρ είναι ένα βιβλίο που δεν μιλάει για μία επανάσταση αλλά για πολλές. Που άλλοτε πετυχαίνουν και άλλοτε όχι. Για μικρές προσωπικές επαναστάσεις, για εφηβικές επιπόλαιες αγκιτάτσιες και για Μεγάλα ριψοκίνδυνα Πανηγύρια που όμως για να πραγματοποιηθούν απαιτείται αυτή η σειρά. Τελικά ο συγγραφέας μιλάει για την ουσία κάθε επανάστασης. Που δεν ξεκινά από ριζοσπαστικές ιδέες και τη διάθεση αυτοθυσίας αλλά από μια πολύ μεγάλη εσωτερική αλλαγή, μια συνειδητοποίηση για το μέχρι που αντέχεις να απελευθερωθείς από τον βαρύ εαυτό σου που έως εκείνη τη στιγμή είναι κατασκεύασμα του συστήματος.
Στο δρόμο αυτό οι ήρωες του βιβλίου χτίζουν σταδιακά, άλλοτε επιτυχημένα και άλλοτε όχι, τις εξεγέρσεις τους, ο καθένας τη δική του προσωπική. Και εκεί συναντάς τον Αντρέ που δεν τα καταφέρνει, τη Λουντμίλα και τον Μάρκος που είναι ήδη εκεί έχοντας φτάσει από διαφορετικές κατευθύνσεις, τον αθυρόστομο ποιητή μικρό ραβίνο που διαβάζει καλύτερα απ’ όλους τον ανθρώπινο χάρτη που ξετυλίγεται γύρω του και που στη τελευταία του κουβέντα με εκείνον που σού’ λεγα ξετυλίγει πιο ξεκάθαρα από οπουδήποτε αλλού αυτή η θέση.
Ότι δηλαδή πέραν από τις αυτές καθαυτές πράξεις, από τις μικρές αντιστασιακές διαδηλώσεις στα σινεμά και τα ρεστοράν πολυτελείας πέρα και από το ίδιο το Μεγάλο Πανηγύρι, τον σκοπό της όλης συνωμοσίας δηλαδή, η ουσία της επανάστασης κρύβεται στα εσωτερικά όρια που οφείλει να ξεπεράσει ο καθένας, ένα πλήθος από επίπλαστα θέλω, από αναστολές του λόγου και της σκέψης, από ταμπού και σεμνοτυφίες, απ’ όλα όσα έχει εμφυτεύσει και καλλιεργήσει στον καθένα μια απάνθρωπη και παράλογη κοινωνία.

Στον Κορτάσαρ αρέσουν οι μεγάλες ετερόκλητες παρέες- καλλιτέχνες, διαφημιστές, φοιτητές, νεκροτόμοι, συγγραφείς, ηθοποιοί- του αρέσουν τα ερωτικά τρίγωνα, οι βαθιές φιλίες και οι έντονες διαφωνίες που σκιαγραφούν τους χαρακτήρες των ηρώων του. Ακραία διαφορετικοί χαρακτήρες που ενίοτε αντιπροσωπεύουν άλτερ έγκο του, μοιραίες ακαταμάχητες γυναίκες και μορφές που δεν ξέρεις αν θέλεις να αγαπήσεις ή να μισήσεις. Όλα αυτά που επικρατούν και στο Κουτσό του. Και στο ενδιάμεσο να παίζει Stockhausen αλλά και Maurice Fanon και Joni Mitchel και τάγκο. Και πάντα το δίπολο Γαλλία- Αργεντινή.
Υπάρχει επίσης και αυτή η τόσο γοητευτική αίσθηση συνενοχής – εκείνα που δεν θα γίνουν παρά μόνο με τη συμμετοχή, μια γενναία συντροφικότητα χωρίς την οποία οι σκοποί δεν έχουν αξία. Αυτό που βλέπουμε μόνο όλοι μαζί και όχι ο καθένας χωριστά. Μια αίσθηση για την οποία έχει ξαναμιλήσει στα διηγήματά του.

Κι έτσι το βιβλίο του Μανουέλ, ένα λεύκωμα με αποκόμματα από εφημερίδες και έγγραφα που μαζεύει η παρέα ώστε ο μικρούλης Μανουέλ- γιος ενός ζευγαριού της παρέας- να μπορέσει κάποτε να καταλάβει το παράλογο και την σκληρότητα του κόσμου, γίνεται το χρονικό μιας επαναστατικής πράξης, διαπλεκόμενων ιστοριών φιλίας και αγάπης, γεμίζει με αλλοπρόσαλλες πράξεις, πιγκουίνους και αρμαντίλο, μανιτάρια, μουσικές και σουρεαλιστικά ποιήματα, μονολόγους, συζητήσεις, διαπληκτισμούς και αναμνήσεις αποφεύγοντας, παρόλα αυτά τα τραγικά, περίτεχνα τη μελό διάθεση ή μάλλον τελικώς παίζοντας με αυτή και κερδίζοντας Πανηγυρικά.

This poem will self-destruct in five seconds

Το έργο- project  Agrippa- A book of the dead του William Gibson έχει μια περίεργη ιστορία. Ανατρέχοντας  σε αφηρημένες εικόνες και μνήμες από την παιδική του ηλικία και κυρίως από τον πατέρα  που έχασε πολύ μικρός -μόλις στα 6 του- ο συγγραφέας επιχειρεί να κάνει ένα μελαγχολικό σχόλιο πάνω στην πτητική και ελισσόμενη φύση των αναμνήσεων. Πέρα από τη γραφή του εξελίσσει αυτή την πρόθεση και στο μέσο διάδοσης αυτής γράφοντας αρχικά το ποίημα σε μια δισκέτα αυτοκαταστρεφόμενη μετά την πρώτη της ανάγνωση σε υπολογιστή.  Ως μέρος μιας λογοτεχνικής-εικαστικής εγκατάστασης σε συνεργασία με τον εικαστικό Dennis Ashbaugh μετά τη δισκέτα κυκλοφορούν και κάποια- άγνωστο πόσα και που πλέον βρίσκονται-  αντίτυπα ενός ιδιόμορφου artist’s book του Ashbaugh όπου το ποίημα εγγράφεται με τη μορφή γεννετικού κώδικα. Η μοναδική φορά που το ποίημα είναι ορατό και προσβάσιμο είναι το Δεκέμβρη του 1992, την ημέρα της επίσημης παρουσίασής του. Από τότε και μετά τα ίχνη του θεωρητικά χάνονται – καθώς ακόμα και ο ίδιος ο συγγραφέας ομολογεί ότι δεν έχει υπό την κατοχή του κάποια δισκέτα- και εντοπίζεται ενίοτε μόνο στο διαδίκτυο από φανατικούς αναγνώστες του συγγραφέα που το ακούν αυτή την μία φορά και το διαδίδουν στη συνέχεια κατά βούληση. Όπως αναφέρει στο site του και ο ίδιος ο Gibson το κείμενο δραπέτευσε στον κυβερνοχώρο και απέκτησε πλέον δική του ζωή.

Καθώς ήδη έχουν περάσει 20 χρόνια από την πρώτη διαφυγή του Agrippa και προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν παραφράσεις και ανακρίβειες το ποίημα πια μπορεί κανείς να το βρει και στο επίσημο site του Giblson απ’ όπου δανείστηκα το πρώτο του μέρος:

AGRIPPA
(A Book of The Dead)

by William Gibson

I hesitated
before untying the bow
that bound this book together.

A black book:
ALBUMS CA. AGRIPPA
Order Extra Leaves By Letter and Name

A Kodak album of time-burned
black construction paper

The string he tied
Has been unravelled by years
and the dry weather of trunks
Like a lady’s shoestring from the First World War
Its metal ferrules eaten by oxygen
Until they resemble cigarette-ash

Inside the cover he inscribed something in soft graphite
Now lost
Then his name
W.F. Gibson Jr.
and something, comma,
1924

Then he glued his Kodak prints down
And wrote under them
In chalk-like white pencil:
«Papa’s saw mill, Aug. 1919.»

A flat-roofed shack
Against a mountain ridge
In the foreground are tumbled boards and offcuts
He must have smelled the pitch,
In August
The sweet hot reek
Of the electric saw
Biting into decades

Next the spaniel Moko
«Moko 1919″
Poses on small bench or table
Before a backyard tree
His coat is lustrous
The grass needs cutting
Beyond the tree,
In eerie Kodak clarity,
Are the summer backstairs of Wheeling,
West Virginia
Someone’s left a wooden stepladder out

«Aunt Fran and [obscured]»
Although he isn’t, this gent
He has a «G» belt-buckle
A lapel-device of Masonic origin
A patent propelling-pencil
A fountain-pen
And the flowers they pose behind so solidly
Are rooted in an upright length of whitewashed
concrete sewer-pipe.

Daddy had a horse named Dixie
«Ford on Dixie 1917″
A saddle-blanket marked with a single star
Corduroy jodhpurs
A western saddle
And a cloth cap
Proud and happy
As any boy could be

«Arthur and Ford fishing 1919″
Shot by an adult
(Witness the steady hand
that captures the wildflowers
the shadows on their broad straw hats
reflections of a split-rail fence)
standing opposite them,
on the far side of the pond,
amid the snake-doctors and the mud,
Kodak in hand,
Ford Sr.?

And «Moma July, 1919″
strolls beside the pond,
in white big city shoes,
Purse tucked behind her,
While either Ford or Arthur, still straw-hatted,
approaches a canvas-topped touring car.

«Moma and Mrs. Graham at fish hatchery 1919″
Moma and Mrs. G. sit atop a graceful concrete arch.

«Arthur on Dixie», likewise 1919,
rather ill at ease. On the roof behind the barn, behind him,
can be made out this cryptic mark:
H.V.J.M.[?]

«Papa’s mill 1919″, my grandfather most regal amid a wrack of
cut lumber,
might as easily be the record
of some later demolition, and
His cotton sleeves are rolled
to but not past the elbow,
striped, with a white neckband
for the attachment of a collar.
Behind him stands a cone of sawdust some thirty feet in height.
(How that feels to tumble down,
or smells when it is wet)

πληροφορίες για το έργο:

http://agrippa.english.ucsb.edu/category/the-book-subcategories/variant-photos

Η θεία χάρη και το παγκάρι

He who desires, but acts not, breeds pestilence.
William Blake

Ένας από τους αστικούς μύθους που καλλιεργήθηκαν στις απαρχές αυτού που ονομάζουμε σήμερα κρίση είναι αυτός της δήθεν αλληλεγγύης, εκλιπούσης και πολυπόθητης, την οποία θα μας ωθούσε να κατακτήσουμε η τραχιά και κοινή για όλους πραγματικότητα, και που τελικώς όχι μόνο δεν κατακτούμε αλλά βαθαίνουμε την απώλειά της. Κοιτάξτε γύρω σας. Ο κόσμος γίνεται όλο και πιο κλειστός, και μονόχνοτος, οδηγεί άγρια, αρπάζεται με το παραμικρό στο δρόμο και στις συγκοινωνίες, περπατάει με το κεφάλι κάτω σαν να επιτίθεται- ξαφνικά λες και όλοι έγιναν εχθροί-  φοβισμένος στο έπακρο από την ασύδοτη τρομοκρατία των ΜΜΕ – που παίζουν άριστα το παιχνίδι της εξουσίας, ο καλός και ο κακός μπάτσος, τη μία να “αγανακτούν” με τα μέτρα της κυβέρνησης την άλλη να σκορπούν ανατριχιαστικά σενάρια για το τι θα γίνει έτσι και δεν τα ακολουθήσουμε. Όταν ο στόχος της κυβέρνησης είναι ένας εργαζόμενος ανά οικογένεια ο καθείς  βεβαίως προσπαθεί να σώσει το τομάρι του, ακόμα και πατώντας επί πτωμάτων, καταργώντας οποιαδήποτε προοπτική συλλογικότητας στον εργασιακό τομέα αλλά και πέραν αυτού. Η έκφραση κάτσε στ’ αυγά σου είναι δύσκολοι καιροί είναι το μότο των ημερών απέναντι σε κάθε πρόταση κίνησης διεκδίκησης εργασιακών δικαιωμάτων. Οι απεργίες ατονούν, αφού ο κόσμος κοντεύοντας να μην έχει να φάει μετράει το μεροκάματο, η όποια διαμαρτυρία καταστέλλεται βίαια και ο συνδικαλισμός έχει χαθεί σε πολιτικά συμφέροντα χάνοντας τον πρωταρχικό σκοπό του που ήταν η -ουτοπική πλέον- διασφάλιση του εργαζόμενου. Οι κακοπληρωμένοι δε και απροστάτευτοι εργαζόμενοι- σε ιδιωτικό και δημόσιο – ασκούν όλο και με μεγαλύτερη κούραση και άγχος τη δουλειά τους με αποτέλεσμα να πέφτει η ποιότητα σε όλων των ειδών τις υπηρεσίες. Στις δημόσιες υπηρεσίες δε και νοσοκομεία η κατάσταση είναι απελπιστική. Για να υποπέσω στα αναμενόμενα λογοπαίγνια ήταν στραβό το κλίμα τό φαγε κι ο γαπ. Βεβαίως η αδυναμία αλληλεγγύης και συλλογικότητας του λαού  φάνηκε από την αρχή παρά την προαναφερόμενη υπέρμετρη αισιοδοξία που στοίχειωσε την αρθρογραφία της κρίσης των πρώτων μηνών, όταν όλοι προέβλεπαν θερμά μια εκρηκτική συσπείρωση των Ελλήνων απέναντι στις, πρωτοφανείς για τα τελευταία 40 σχεδόν χρόνια, δυσκολίες. Φάνηκε περίτρανα τόσο στις μη μαζικές όσο θα έπρεπε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας του Ιουνίου, όσο και με την πεσμένη συμμετοχή στην μοναδική ακτιβιστική κίνηση με συγκεκριμένες προτάσεις του Δεν πληρώνω για τα υπέρογκα και ενίοτε παράνομα διόδια και για τις διπλασιασμένες σχεδόν τιμές των συγκοινωνιών που ο κόσμος συνέχισε πάραυτα να πληρώνει πειθήνια, όπως και θα πληρώσει τους κεφαλικούς φόρους αλληλεγγύης και το διπλό μπαχτσίσι ιδιοκτησίας μέσω ΔΕΗ. Και έπονται νέες απολύσεις στο Δημόσιο και ταυτόχρονα αυξήσεις σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, και νέες περικοπές μισθών και συντάξεων και μειώσεις αφορολόγητου και περαιώσεις και ποιος ξέρει τι καινούρια χαράτσια – ας μη ξεχνάμε πόσες φορές έχουμε πληρώσει το σπίτι μας μέχρι τώρα- κ.ο.κ. Και έτσι ο, τρομοκρατημένος από την ενδεχόμενη έξοδο από το ευρώ και οικονομικά εξουθενωμένος, μικρομεσαίος θα συνεχίζει να είναι αυτός που μαζεύει με κόπο τα δισεκατομμύρια που θα συνεχίζουν να απαιτούν οι Τροϊκάνοι από την κυβέρνηση και η κυβέρνηση από αυτόν και όχι από τους φοροφυγάδες μεγαλοεπιχειρηματίες που προέβλεψαν με σύνεση και έβγαλαν εγκαίρως τις καταθέσεις τους στο εξωτερικό.

Οι πολίτες σε καταστολή λοιπόν.

Την ίδια ακριβώς στιγμή η φιλόπτωχος εκκλησία της Ελλάδος ευημερεί ανενόχλητη, στην πνευματική της νιρβάνα, από φόρους και λοιπά “τετριμμένα” υλικά θέματα υπό το πρόσχημα των συσσιτίων και λοιπών ευτελών προσφορών προς τους απόρους – γιατί φυσικά πρέπει να φτάσουμε κυριολεκτικά να μην έχουμε να φάμε για να μας απλώσει τη χιλιοφιλημένη της χείρα βοηθείας -και ουδείς, μα ουδείς δεν τολμά να αγγίξει την ανυπολόγιστη περιουσία της αγιότητός της. Ούτε η κυβέρνηση, ούτε η αντιπολίτευση ούτε καν στα ίσα κι επισήμως η – ντεμέκ- αριστερά, αλλά ούτε και ο υπερφορολογούμενος πολίτης που εξακολουθεί ακάθεκτος να σκάει έξτρα – και μαύρα- μπόνους σε γάμους και βαφτίσια- όσο και αν οι θρησκευτικοί λειτουργοί πληρώνονται κανονικότατα από την πολιτεία για όλα τα μυστήρια.

Ας δεχτούμε λοιπόν ότι για το μέσο Έλληνα τηλεοπτικό θιασώτη η προοπτική της χρεοκοπίας που γλαφυρά περιγράφουν οι απανταχού μανδραβέλιδες είναι τρομακτική τωόντι. Και ότι οι θυσίες που θα απαιτηθούν από μια έξοδο από το ευρώ φαντάζουν -και με την ανύπαρκτη οικονομική πολιτική που χαρακτηρίζει χρόνια τώρα τη χώρα μας ίσως και να είναι-  χειρότερες- αμεσότερες γαρ- από αυτό που διανύουμε αυτή τη στιγμή. Έστω και απέναντι αυτών των ενδεχομένων όμως, δεν θα έπρεπε άραγε, τώρα να ανακτήσουμε αυτή την περιβόητη αλληλεγγύη αρνούμενοι ΟΛΟΙ να πληρώσουμε τα  επικείμενα, αβάσταχτα και αντισυνταγματικά χαράτσια- έκτακτης εισφοράς και ακινήτου-  και, ασκώντας συλλογικά πλέον πίεση, να απαιτήσουμε να αναλάβει επιτέλους η Εκκλησία τις φιλανθρωπικές υποχρεώσεις της;  Μήπως αντί να περιμένουμε τη θεία χάρη εν όψη της φτώχειας που απειλεί τους περισσότερους από εμάς είναι ώρα να απευθυνθούμε στο παμφάγο και υπερτροφικό παγκάρι; Δεν θα μπορούσαν όλοι αυτοί που αγανάκτησαν ατελέσφορα και χωρίς απτές προτάσεις την άνοιξη στο Σύνταγμα να μαζευτούν/ μαζευτούμε τώρα, που φορολογούνται ακόμα και οι εργαζόμενοι των 400 ευρώ και οι άνεργοι, και που κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς ρεύμα συνταξιούχοι, νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις, μπροστά στη Μητρόπολη πλέον -εμποδίζοντας αλλεπάλληλα αφορολόγητα κερδοφόρα μυστήρια – απαιτώντας δυναμικά συγκεκριμένα και μαζικά τη γενναιόδωρη συμβολή της  εκκλησίας προκειμένου να μαζευτούν αυτά τα περίφημα 2 δισεκατομμύρια (που δεν είναι τίποτα μπροστά στην περιουσία της) ;

Εναλλακτικά φυσικά μπορούμε πάντα να περιμένουμε τις μετοχές της «Τράπεζας της Ανατολής» της οικογένειας Σώρρα…

η πλατεία κι εγώ

Λοιπόν, κατ’ αρχάς  δεν έχω πρόβλημα με τον κόσμο που κατεβαίνει στις πλατείες. Καλό είναι που γίνεται κάτι για να μη ξεχνιόμαστε. Όσο αντέξουν δε, για καλό είναι. Δεν θα τους έλεγα δηλαδή ποτέ «μην κατεβείτε». Έτσι όπως έχουν γίνει τα πράγματα ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί. Είναι κάτι πολύ καινούριο και ποτέ δεν ξέρεις που θα οδηγήσει.

Ο σκεπτικισμός μου έχει να κάνει με την  κοινή λογική. Γιατί στην προκειμένη περίπτωση δε μιλάμε για ένα ή δύο αιτήματα ωραρίων, μισθών, συμβάσεων, αυξήσεων κτλ κτλ. Αλλά για όλα αυτά μαζί. Δηλαδή δεν έχουμε πρόβλημα με μια συγκεκριμένη απόφαση της κυβέρνησης  που να πεις θα κάτσω στην πλατεία μέχρι να αλλάξει, αλλά με ολάκερη την κοινωνική και οικονομική της πολιτική. Κοινώς ο απώτερος σκοπός των «αγανακτισμένων» (που φρονώ ότι πρέπει να βρουν επιτέλους κάποιο άλλο επίθετο να αυτοπροσδιορίζονται) οφείλει να είναι – όπως εξάλλου μου επιβεβαίωσαν γνωστοί και φίλοι που συμμετέχουν- να ρίξουν την κυβέρνηση.

Καλά λοιπόν ως εδώ. Όλοι αυτό θέλουμε. Και πες πως ναι, με κάποιο απρόβλεπτο τρόπο τα καταφέρνουν και πέφτει αύριο- μεθαύριο η κυβέρνηση, μετά τι; Ποιοι θα αναλάβουν την οργάνωση του ολοκαίνουριου καθεστώτως; Ο Πιτσιρίκος κι η Ροδιά; (τους οποίους, αφ’ ενός  και για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, τους εκτιμώ πραγματικά απεριόριστα για τη σκέψη τους και το χιούμορ τους και αφ’ ετέρου είμαι απολύτως σίγουρη ότι δεν έχουν τέτοια διάθεση οι άνθρωποι-απλώς  προσπαθώ να αναλογιστώ πώς σκέφτονται όλοι αυτοί εκεί κάτω, που ως επι τω πλείστον μαζεύτηκαν μέσω ιστολογίων και κοινωνικών δικτύων). Μια μπουκιά θα τους κάνει ο Δασκαλόπουλος. (Ο καθείς στο είδος του γαρ.)

Θέλω να πω, μια χαρά ο ρομαντισμός και ο αυθορμητισμός σαν μέσα αφύπνησης. Η ψευδαίσθηση της επανάστασης που διεγείρει και ενεργοποιεί τα πλήθη. Ωραία η εικόνα της πλατείας που ξαναγεμίζει από κόσμο και επιτέλους εκπληρώνει το σκοπό της ως δημόσιος χώρος. Γόνιμες ενδεχομένως οι συζητήσεις με καλή διάθεση ανάμεσα σε κόσμο διαφορετικών παρατάξεων που θέλει το ίδιο πράγμα.  Συγκινητική η προσέλευση του κόσμου την Κυριακή (είχε και ωραία μέρα) αλλά στο δια ταύτα τι γίνεται;

Η ιδέα της άμεσης δημοκρατίας που τόσο προβάλλεται είναι βεβαίως ελκυστική και φαντάζομαι για τους 2-3-4000 των συνελεύσεων του συντάγματος λειτουργεί, αλλά πως θα εφαρμοστεί σε 10 εκ. ανθρώπους αν δεν παρθεί μια σοβαρή –και μακροπρόθεσμη- πρωτοβουλία αναζωογόνησης της τοπικής αυτοδιοίκησης;

Πώς γίνεται να είμαστε σίγουροι ή έστω και να υποθέτουμε ότι ένα τόσο ετερόκλητο πλήθος-  και τόσο φοβισμένο για να κατέβει στις πορείες  όλο αυτό τον καιρό- πέραν από τα προσωπικά του παράπονα από την κυβέρνηση- που μπορεί να είναι από το ότι έχασε τη δουλειά του και του πήραν οι τράπεζες τα υπάρχοντα μέχρι το ότι έχασε ένα–ούτως ή άλλως καταχρηστικό -  επίδομά –  έχει και θα κυνηγήσει το ίδιο όραμα;

Τι σημαίνει  «αφήνω την ιδεολογία μου πίσω»; Είναι εφικτό αυτό; Γιατί ιδεολογία – λέω εγώ τώρα-δεν είναι το κόμμα. Είναι οι στόχοι, τα οράματα και  ο τρόπος σκέψης και πράξης του καθενός.

Και για να αλλάξει αυτός ο τόπος πρέπει να ξεριζωθεί ένας πάρα πολύ βαθιά ριζωμενος τρόπος σκέψης και πράξης που μας έφερε ως εδώ (και δεν εννοώ στις πλατείες αλλά στο μνημόνιο). Αντιλαμβανόμαστε πόσο μακροπρόθεσμο είναι αυτό; Και είμαστε σίγουροι ότι όλοι αυτοί θέλουν να αλλάξουν; Ή μήπως να πάρουν πίσω όσα έχασαν και να επιστρέψουν στον προηγούμενο τρόπο σκέψης και πράξης και ξαναμανάμ;

Σαφώς υπάρχει πολύς κόσμος που επιθυμεί και πιστεύει σε μια ουσιαστική αλλαγή, δεν το αμφισβητεί κανείς αυτό. Και φαντάζομαι από αυτόν ξεκινούν οι συνελεύσεις και οι θεματικές συζητήσεις στις πλατείες . Φοβάμαι όμως – και εδώ συγκεντρώνεται ο προβληματισμός μου πάνω σε όλο αυτο- ότι το σύγχρονο κοινωνικοοικονομικό σύστημα είναι τόσο πολύπλοκο που τέτοιου είδους διαδικασίες δεν μπορούν να επιφέρουν ριζικές ανατροπές αν δεν υπάρχει μια σοβαρή και καλά μελετημένη πολιτική πρόταση. Καλοί οι μπλόγκερς και οι τουιτεράδες αλλά εδώ χρειάζονται πολιτικοί και οικονομικοί επιστήμονες.

Και κάτι άλλο. Προς τι αυτό το μένος προς όσους δεν κατεβαίνουν; Πρέπει να μαλώσουμε και για αυτό το θέμα; Κάποιοι τρίβουν τα χέρια τους με κάθε καινούρια έριδα μεταξύ του κόσμου που είναι ενάντια στο σύστημα.

Τέλος ένα μικρό υστερόγραφο για τις σημαίες. Τις ελληνικές σημαίες εννοώ που εμφανίστηκαν αθρόα στο Σύνταγμα την Τετάρτη- πρώτη μέρα- και την Κυριακή (φαντάζομαι όλο και κάποια θα ξέμεινε και τις υπόλοιπες μέρες, δεν ξέρω). Ναι με ενοχλούν. Με ενοχλούν γιατί όσο θυμάμαι τον εαυτό μου τη σημαία την έχω συνδέσει –και φαντάζομαι πως δεν φταίει μόνο το δικό μου θυμικό- με τις παρελάσεις, τους εθνικιστές και την ποδοσφαιρική κουλτούρα. Όλα όσα απεχθάνομαι στη σύγχρονη Ελλάδα κοινώς. Δεν ξέρω-και δεν με νοιάζει καθόλου- πως λειτουργεί η σημαία στην Ισπανία, στην Αργεντινή ή στην Αγγλία, το θέμα είναι εδώ πως λειτουργεί και τί συμβολίζει.  Και σε εμένα η εμφάνισή της ως εξαρτημένο αντανακλαστικό προκαλεί αποστροφή. Η Ελλάδα της συγκεκριμένης σημαίας- όπως την έχω εγώ ζήσει- δε με αφορά καθόλου. Αν ποτέ αυτή η χώρα αλλάξει ουσιαστικά και εξακολουθήσει να έχει την ίδια σημαία ίσως να αναθεωρησω.

Κι εδώ κάποιοι που τα λένε πολύυυυυυυυυυυυ καλύτερα:

http://radicaldesire.blogspot.com/2011/05/smirnoff_28.html

http://indictos.wordpress.com/2011/05/26/start-the-revolution-without-me/

http://greekrider.blogspot.com/2011/05/blog-post_30.html

ανεξάρτητα αν συμφωνώ ή όχι ένα σοβαρό κείμενο:

http://tovytio.wordpress.com/2011/05/27/syntagma/