Jasper Johns στην Royal Academy of Arts του Λονδίνου

Το 1960 ο De Kooning είπε για τον Leo Castelli, φρέσκο ακόμα όνομα στους χώρους των Νεοϋορκέζικων γκαλερί ότι ήταν ικανός να πουλήσει ως τέχνη ακόμα και κουτιά μπύρας. Ο Jasper Johns, πρωτοεμφανιζόμενος και πολλά υποσχόμενος καλλιτέχνης της γκαλερί του Castelli, υλοποιεί την πρόκληση και φτιάχνει δυο κουτιά μπύρας Ballantine από μπρούτζο. Και ο Castelli πράγματι τα πουλάει.

Τα μπρούτζινα κουτιά του Johns δεν επιβεβαιώνουν μόνο την πρώιμη εμπορική δεινότητα του πασίγνωστου γκαλερίστα αλλά σηματοδοτούν τον ήδη ανεπτυγμένο προβληματισμό του καλλιτέχνη πάνω στο καθημερινό αντικείμενο, τις μεταμορφώσεις του στην τέχνη και την αλήθεια που προβάλλει, προβληματισμός που αναπτύσσεται ενδελεχώς στη μεγάλη αναδρομική έκθεση του Jasper Johns στη Royal Academy of Arts του Λονδίνου.

«Αυτό που εμείς κάνουμε», γράφει ο φιλόσοφος Lutwig Wittgenstein στα μέσα του ’50, «είναι να οδηγούμε τις λέξεις πίσω, από́ τη μεταφυσική́ στην καθημερινή́ τους χρήση.»

Δονούμενη και πιο ανθρωποκεντρική από κάθε άλλη περίοδο του εικοστού αιώνα η δεκαετία του ’60 ανοίγει τις πύλες της, μέχρι τότε, ερμητικής μοντέρνας τέχνης στο ευρύτερο κοινό οδηγώντας τα αντικείμενα της καλλιτεχνικής αναπαράστασης πίσω «στην καθημερινή τους χρήση». Η τέχνη αποτραβιέται από την πνευματικότητα του αφηρημένου εξπρεσιονισμού, αναβιώνει το Dada, και βγαίνει άναρχα στον δρόμο με το fluxus, τα happenings και την land art.

Ο Jasper Johns, νεαρός, υπερταλαντούχος -και δηλωμένος λάτρης του όψιμου Wittgenstein- εκμεταλλεύεται στο έπακρο την τεράστια τύχη να βρεθεί την σωστή στιγμή στη σωστή “παρέα”: Αυτή του συνθέτη John Cage, του χορευτή/ χορογράφου Merce Cunningham και του εικαστικού Robert Rauschenberg που γίνεται σύντροφος ζωής του. Μια παρέα που έμελλε να αναδιαμορφώσει την ιστορία ολόκληρης της Δυτικής τέχνης.

Απορροφώντας -ως νεότερος- ό,τι μπορούσαν να του προσφέρουν σε γνώση και έμπνευση τα φωτεινά αυτά μυαλά εξελίσσεται και ο ίδιος ταυτόχρονα και ταχύτατα σε βασικός συντελεστής των σεισμογενών αλλαγών που επέφεραν στο καλλιτεχνικό στερέωμα.

Δεν ανοίγει πάραυτα μια διάπλατη, οικουμενική αγκαλιά όπως ο συνοδοιπόρος του Rauschenberg. Είναι εσωστρεφής, αυστηρός και εγκεφαλικός. Επιδιώκει δεύτερες αναγνώσεις, αποζητά την εντατική προσοχή του θεατή και γι’ αυτό συχνά προσεγγίζεται ως μινιμαλιστής.

Αγαπάει τη μαγειρική και την αστρονομία, μελετά λογοτεχνία και φιλοσοφία και ενσωματώνει τη διάδρασή του με τους συγγραφείς που ξεχωρίζει στις καλλιτεχνικές του προτάσεις. Μέσα στα πολυάριθμα έργα της έκθεσης περιδιαβαίνουν ποικιλοτρόπως καλλιτέχνες όπως ο Cunnigham, ο Picasso, ο Munch κι ο Duchamp αλλά και συγγραφείς, από τον Melville και τον Beckett μέχρι τον Tennyson και, φυσικά, τον Wittgenstein.

Γιατί αν ο Cage -η εμβληματικότερη μορφή της εποχής- δόξασε την ομορφιά του αυθύπαρκτου ήχου μέσα από το πρίσμα της βουδιστικής ισοτιμίας των πάντων, τότε ο Johns-όπως άλλωστε και ο Rauschenberg-, υπό την αναπόφευκτη επήρεια του Cage, στρέφεται με τον ίδιο γενναιόδωρο τρόπο προς το οπτικό ερέθισμα μέσα από οικεία αντικείμενα και φόρμες (σημαίες, φακούς, στόχους, σκούπες, νούμερα). Το δικό του φίλτρο όμως είναι τα γλωσσικά παιχνίδια.

«Το να προφέρεις μιά λέξη είναι σα ν ‘αγγίζεις ένα πλήκτρο στό κλειδοκύμβαλο των παραστάσεων» λέει ο Wittgkenstein.

Και όπως οι λέξεις του φιλοσόφου αλλάζουν το νόημά τους ανάλογα με το συγκείμενό τους, έτσι και τα συνήθη αντικείμενα στα έργα του Johns ανασυντάσσονται διαρκώς, αποκτώντας νέους ρόλους σε διαφορετικά περιβάλλοντα, καταλήγοντας ανοίκεια και προκαλώντας έτσι τον θεατή να τα ξανακοιτάξει από την αρχή.

Έτσι στην προβληματική της Προδοσίας των εικόνων του Magritte –που τόσο ο Johns θαύμαζε- το “αυτό δεν είναι σημαία” (αλλά πίνακας που δείχνει μια σημαία) μετακυλά σε “αυτό δεν είναι σκούπα αλλά έργο όπου η σκούπα γίνεται πινέλο και το φλυτζάνι δοχείο διάλυσης χρωμάτων” (στο Fool’s house) ή “αυτό δεν είναι φωτοσκίαση αλλά εικόνα της φωτοσκίασης” (στο Between the Clock and the Bed).

Η έκθεση με τον υπέροχο και εύστοχο τίτλο Something resembling truth (Κάτι που μοιάζει με την αλήθεια) ακολουθεί την καλλιτεχνική έρευνα του μεγάλου καλλιτέχνη με διαφορετικό ρυθμό απ’ ό,τι η περσινή έκθεση-υπερπαραγωγή του Robert Rauschenberg στην Tate Modern. Η δουλειά του Johns όπως ξετυλίγεται στα διαδοχικά δωμάτια της Ακαδημίας σκιαγραφεί όχι τόσο μια συναρπαστική και υπερδραστήρια ζωή όσο μια πολυδιάστατη και πνευματικά ανήσυχη ιδιοσυγκρασία.

Οι αναζητήσεις του πάνω στο αντικείμενο και περιεχόμενο της τέχνης, τη γλώσσα, την οπτική αντίληψη, τη θέση του ίδιου μέσα στην τέχνη του, το χρόνο, τη μνήμη και το θάνατο ξετυλίγονται θεματικά μέσα από σπουδαία έργα όπως οι Σημαίες, οι Στόχοι, η Σειρά 0-9, των πρώτων αναζητήσεων, αλλά και ύστερες δουλειές όπως η “αυτοβιογραφική” σειρά Seasons και το συγκλονιστικό Regrets.

Όλα τους έργα-μεγαλοφυείς συνθέσεις στο κλειδοκύμβαλο της εικαστικής αναπαράστασης.

 

Jasper Johns: Something resembling truth
Royal Academy of Arts
23 September — 10 December 2017


Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στα Νέα της Τέχνης τον Νοέμβριο του 2017.