We won’t do it without the roses


Σε ένα από τα πρώτα του και πιο γνωστά διηγήματα στο Ένα ρόδο για την Έμιλι ο Φόκνερ περιγράφει την μάλλον ανατριχιαστική ιστορία της αλύγιστης γεροντοκόρης Έμιλι που προκειμένου να κρατήσει κοντά της φευγάτο και μάλλον  μπερμπάντη γαμπρό τον δηλητηριάζει με αρσενικό και διατηρεί το πτώμα του στο νυφικό κρεβάτι μέχρι το θάνατό της οπότε και αποκαλύπτεται. Το πτώμα στο εντωμεταξύ σαπίζει με συνέπεια βεβαίως, αλλά η, πεισματικά προσκολλημένη σε ένα ένδοξο οικογενειακό παρελθόν, Έμιλι καλύπτει ως ένα σημείο επιτήδεια τις προδοτικές ύποπτες μυρωδιές-τα υπόλοιπα των οποίων  ενδεχομένως και να συνηθίστηκαν κάποια στιγμή από τον κόσμο- πεθαίνοντας εντέλει με την ικανοποίηση ότι κράτησε κοντά της για πάντα τον νυμφίο…

Το 1972 στην Documenta 5 η συμμετοχή του Μπόυς γίνεται με ένα “γραφείο πληροφοριών” όπου συζητιέται ανοιχτά το θέμα της Άμεσης δημοκρατίας. Το γραφείο, πίσω από το οποίο κάθεται επί 100 ολόκληρες μέρες ο Joseph Beuys και συζητά ανοιχτά  με το κοινό, κοσμείται επίσης από ένα ρόδο -όπως άλλωστε βλέπουμε και στο φωτογραφικό έργο We won’do it without the rose όπου ο Μπόυς συζητά μπροστά από το προκείμενο ρόδο. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μικρή εγκατάσταση που αποτελείται από ένα ογκομετρικό σωλήνα μέσα στον οποίο επιβιώνει ένα -κόκκινο- τριαντάφυλλο. Τι να αντιπροσωπεύει το πορφυρό ρόδο για τον Μπόυς; Είναι το σοσιαλιστικό όνειρο; Ή η φυσική διαδικασία ενδοσκόπησης που οδηγεί αναπόφευκτα προς την επανάσταση; Το- κοινωνικό- μπουμπούκι που σταδιακά μετατρέπεται σε εύμορφο και εύοσμο τριαντάφυλλο, μια φυσική διεργασία που οδηγεί σε μια -επαναστατική- αλλαγή. Και όλο αυτό μέσα σε έναν ογκομετρικό σωλήνα, ένα εξάρτημα εργαστηρίου που αντιπροσωπεύει την επιστημονική έρευνα. Η επανάσταση γαρ, μέσα από την προσωπική, εμπειρική αναζήτηση. Αλλά και το τεχνητό-επιστημονικό στην υπηρεσία του φυσικού. Οι ριζοσπαστικές απόψεις του Μπόυς καθώς και η πίστη του στην επιστήμη συνδυάζονται εδώ ευκρινώς. Η εν λόγω εγκατάσταση πάντως ονομάζεται Rose für direkte Demokratie (Ρόδο για την Άμεση δημοκρατία).

Στις 24 του Ιουλίου που μας πέρασε εορτάστηκαν τα 35 χρόνια από την ανάκαμψη της Ελληνικής Δημοκρατίας. Σε μια χρονιά όμως σαν αυτή που διανύουμε που ξεκίνησε με τον απόηχο των γεγονότων του περασμένου Δεκεμβρίου, συνεχίστηκε με τις εξελίξεις πάσης φύσεως πολιτικών και οικονομικών σκανδάλων και κορυφώθηκε με την εκκωφαντική αποχή των εκλογών του Ιουνίου, η λέξη εορτασμός θα μπορούσε να ακουστεί και ως τραγική ειρωνεία.

Προφανώς το μπουμπούκι της Ελληνικής Δημοκρατίας μέσα στα τελευταία χρόνια μαραίνεται.

Η σύγχρονη “δημοκρατική” Ελλάδα, άκαμπτη και περίτρανα προσκολλημένη σε ένα ένδοξο μεν ανεπίστρεπτο δε παρελθών, κοιμάται ήσυχα αγκαλιά με το κουφάρι μιας δημοκρατίας προ πολλού αποδημούσας στο πάλαι πότε -35 ήδη ετών- νυφικό της κρεβάτι ωσάν την Φοκνερική Έμιλι. Κι αν ακόμα καλύπτει επιτήδεια τη μυρωδιά της αποσύνθεσης -την οποία και τείνουμε αφελώς να συνηθίσουμε- ενίοτε αυτή “σκανδαλωδώς” διαφεύγει και μόνο τότε ο κόσμος προβληματίζεται και αντιδρά μπροστά στα περίτρανα σημάδια της κοινωνικής σήψης.. Και μόνο τότε βεβαίως ξεκινούν ουσιαστικές συζητήσεις.

Συνομιλώντας σε μια γλώσσα που απευθύνεται σε επίπεδα της ανθρώπινης αντίληψης πέραν του αρθρωμένου λόγου η τέχνη είναι ένα καίριο μέσον διερεύνησης της εικόνας της κοινωνίας και των προσδοκιών του σύγχρονου ανθρώπου, αλλά και εφαλτήριο σκληρής κοινωνικής κριτικής. Ο ίδιος  εξάλλου ο Μπόυς πίστευε ότι το πραγματικό έργο τέχνης οφείλει να διαπερνά την κοινωνία και να θέτει κρίσιμα πολιτικά ερωτήματα. Ως εκ τούτου ο χώρος της τέχνης όφειλε πάντα να είναι-αν μη τι άλλο- ένας κατεξοχήν χώρος δημοκρατικής έκφρασης.

Χωρίς να επιχειρούμε να ορίσουμε πολιτεύματα -γι’ αυτό ευτυχώς υπάρχουν οι πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες- επιθυμούμε να αφουγκραστούμε το πως αντιλαμβάνεται ο σημερινός Έλληνας αυτό που τόσο αβίαστα ονομάζεται δημοκρατία από πολιτικούς και μίντια, τι περιμένει και τι εισπράττει από αυτή. Τι μάθαμε στο σχολείο ως δημοκρατία και τι συναντήσαμε στον πραγματικό κόσμο. Που τη βρίσκουμε και που δεν τη βρίσκουμε.

Μετά από έναν αιώνα ουσιαστικών αγώνων για τα ανθρώπινα δικαιώματα αλλά και λόγω ακριβώς αυτών αναρωτιόμαστε ηχηρά – μέσα από αυτό το εγχείρημα – αν η πραγματική δημοκρατία-και δη η άμεση- είναι άλλη μια ουτοπία.. Πόσο αληθινό και πόσο σύγχρονο ήταν και είναι το πολιτικό και καλλιτεχνικό όραμα του Μπόυς. Και τελικά το κρίσιμο ερώτημα πάντα παραμένει το εάν και πως μπορεί η τέχνη να θέσει γόνιμα πολιτικά ερωτήματα.

Η εικαστική αναζήτηση βεβαίως απέχει μακράν της επιστημονικής καθότι διατρέχει την κοινωνία σε διαφορετικές τροχιές. Μέσα από αυτές τις τροχιές ο Αντώνης Βολανάκης δημιουργεί ένα ιδιόμορφο τρίο εκκινούμενος από την ανθρωποσοφία του Ρούντολφ Στάινερ –τρανός εμπνευστής του Μπόυς-  και προκαλώντας τον θεατή να εξηγήσει με τον δικό του τρόπο στο λαγό-που αναμένει στην έκθεση- τις εικόνες που του παράγονται από το τριπλό ιδανικό κοινωνικό μοντέλο του Στάινερ, την οξεία πολιτική-αλλά και ποιητική- ματιά του Θερβάντες και από τον κυκλικό -και ατέρμονο γαρ- ονειρικό κόσμο των λογοτεχνικών Φίνεγκαν. Και με όποια σειρά θέλει. Ο Γιώργος Διβάρης πάλι, απομονώνοντας σκόρπιες αλλά σαφείς εικόνες από πολεμικές ανταποκρίσεις, επισημαίνει επικριτικά ως Υπεροψία τόσο την αλαζονεία της εξουσίας, όσο και την αδράνεια του ενημερωμένου μεν αμέτοχου δε σύγχρονου πολίτη. Για τη Μαρία Πασχαλίδου η άσκηση της δημοκρατίας σήμερα όχι μόνο δεν αντιτάσσεται στον αποκλεισμό και την επιβολή ομοιογένειας αλλά και στρατεύεται υπέρ μιας απειλητικά επεκτεινόμενης βιοπολιτικής, ενώ η καρτ-ποστάλ παραδεισένια εικόνα της Ελλάδας που άλλα υπόσχεται και άλλα προσφέρει σε μετανάστες και μη, υπονομεύεται σκωπτικά από τη Λία Πέτρου σε ένα έργο-σχόλιο των δύο όψεων της κάθε αλήθειας. Και αν από τη μία οι απροσδιόριστες γλυπτικές φόρμες του Χρήστου Πόνη που υπαινίσσονται βιομηχανικά αγαθά διεκδικούν το-δημοκρατικό- δικαίωμα του καλλιτέχνη στον αυτοπροσδιορισμό αποτείνοντας φόρο τιμής στα αυτοαναφορικά γλυπτά του Μπόυς, ο Δημήτρης Χαλάτσης ως αντίπαλο δέος αποδομεί τόσο το χτίσιμο μιας θρυλικής προσωπικής μυθολογίας όσο και τις δημοκρατικές δηλώσεις του Γερμανού καλλιτέχνη – σαμάνου παραφράζοντας εμπράκτως την περίφημη «υπερτιμημένη σιωπή του Ντισάν» σε «υπερτιμημένο λόγο του Μπόυς».

Η Μαρία Σαρρή ψάχνει εκφάνσεις της δημοκρατίας στο φιλόξενο διαδίκτυο μέσα από ένα βίντεο στο you tube που, παρά τους ανήλικους πρωταγωνιστές του, καταφέρνει και γίνεται ένα υποτυπώδες πεδίο μάχης εθνικών διεκδικήσεων αλλά και προβολής της πίκρας και των τραυμάτων ενός πολέμου ενώ τέλος οι In to the Pill επανερμηνεύουν τη σύγχρονη ασθμαίνουσα Αθηναϊκή πραγματικότητα μέσα από παράδοξες θεωρίες συνομωσίας, σχολιάζοντας έτσι την εσκεμμένη παραμόρφωση της πληροφορίας από τα ΜΜΕ και τη σχετικότητα του πραγματικού.

Για να τριτώσουμε με τα προσφιλή στον Μπόυς άνθη η Γερτρούδη Στάιν είχε πει  “ένα ρόδο είναι ένα ρόδο είναι ένα ρόδο”. Πέρα από τις λέξεις και τα σύμβολα υπάρχει μια καταιγιστική πραγματικότητα. Την οποία τα οράματα οφείλουν να αφουγκράζονται. Η λέξη δημοκρατία δεν είναι μόνο αυτό που υπήρξε το χρυσό αιώνα, δεν είναι ένα σύμβολο της αρχαίας Ελλάδας -σαν την ακρόπολη σε καρτ ποστάλ. Ούτε το ότι ζούμε εδώ που ζούμε -και απ’ όπου κάποτε ξεκίνησε – την εξυπακούεται. Η δημοκρατία είναι μια πραγματικότητα που πρέπει να διεκδικείται διαρκώς. Κι αν ακόμα στην ιδανική μορφή της είναι μάλλον απροσέγγιστη για την κοινωνία μας, ο κόσμος δεν μπορεί να γίνει καλύτερος αν πάψουμε να πιστεύουμε στις ουτοπίες.

Και η τέχνη ήταν και είναι η υπερευαίσθητη οθόνη των ανθρώπινων προσδοκιών και δη ουτοπιών.

(κείμενο της Γκέλυς Γρυντάκη για την έκθεση In dire(ct) democracy που δημοσιεύτηκε στον κατάλογο του συνεδρίου “Η δημοκρατία σε κίνηση” 1-2/10/2009 ΑΣΚΤ)

Ιn dire(ct) democracy poster
Η αφίσα του Ιn dire(ct) democracy

Παρασκήνια και εικονική περιήγηση